dimosofoulis@yahoo.gr

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

Φυλετικό μίσος στη λογοτεχνία...

Σε λίγες μέρες στην τηλεόραση ξεκινά η προβολή της σειράς "Ματωμένα χώματα" , φιλόδξη παραγωγή, που περιμένουν με μεγάλο ενδιαφέρον οι θαυμαστές της Διδώς Σωτηρίου.
Η Φρόσω μου διάβασε σήμερα ένα απόσπασμα από ένα άλλο έργο της μεγάλης λογοτέχνιδας και σκέφτηκα να το αναρτήσω. Κείμενο μεστό, αποκαλυπτικό. Ένα κορίτσι γνωρίζει το άθλιο πρόσωπο του ρατσισμού και χάνει για πάντα μια φίλη...
Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν…
...
Η Μάργκω δεν ήταν έξυπνη και ζωντανή σαν τη Λίλη· δεν ήταν καν φλύαρη κι ευχάριστη στην παρέα. Μα κείνη την εποχή μου φαινόταν τόσο απαραίτητη μια στενή, εντελώς δι­κή μου φίλη, που να μου δείχνει στοργή, όσο απαραίτητος ήταν και ο Κλέαρχος για τη Ριρή και οι κούκλες για την Ινώ.
Δεν ήξερα τίποτα απ' τη ζωή της παρά πως ήταν εβραιοπούλα, πως ο πατέρας της, ο κύριος Λεβής, φορούσε χρυσά γυαλιά κι ήταν δικηγόρος και πως η μητέρα της, η μαντάμ Εστέρ, έβγαινε μόνο το βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο, πολύ παρδαλά ντυμένη. Έκανε μικρά κωμικά βηματάκια, χωρίς να λυγίζει τη μέση της.
- Γιατί δε σου μιλάει ποτέ η μητέρα σου, όταν περνάει;τη ρώτησα μια μέρα.
- Δεν ξέρω, μ' απάντησε φοβισμένα και μια βαθιά μελαγχολία χύθηκε στο πρόσωπο της.
Είχα καημό μεγάλο που δεν κατάφερνα ποτέ να κάνω τη Μάργκω να γελάσει. Ήταν πάντοτε σκεφτική και μόνιμα θλιμμένη. Όταν πήγαινα καμία φορά να την πάρω απ' το σπίτι της, δε μου 'λεγε ποτέ να μπω μέσα. Πετιόταν αλα­φιασμένη στο παράθυρο και σιγά σιγά μου ψιθύριζε:
— Πήγαινε στην πόρτα σου και φτάνω.
Το μονό που ήξερα απ' το σπίτι της Μαργκώς ήταν τα αιώνια κλειστά παραθυρόφυλλα και το χολ, που μύριζε μού­χλα, κι είχε κάτι παλιά σκονισμένα ψάθινα καθίσματα, ένα σταματημένο ρολόι του τοίχου και κάτι λεκιασμένες φτηνές ταπετσαρίες, που πάνω εκεί σεργιανούσαν μιλιούνια κορέοι και κατσαρίδες.
Κάθε απόγεμα, πιανόμασταν απ' τη μέση κι αρχίζαμε το σουλάτσο στην οδό Μοσκώφ και πέρα δώθε στους γύρω μαχα­λάδες. Χαζεύαμε έξω απ' τις βιτρίνες και τα καφενεία και μασουλίζαμε σπόρους.
Μια μέρα, καθώς κατεβαίναμε το στενό του Αϊ-Χαράλαμπου, κι ήταν σχεδόν σούρουπο, είδαμε κόσμο πολύ μαζεμένο, κι ακούσαμε χάχανα και φωνές και σφυρίγματα. Πέτρες πέφτανε γύρω και λεμονόκουπες και «γιούχα», «γιούχα»!
- Καβγάς, της είπα.
Και τρέξαμε κι εμείς να χαζέψουμε.
Μόλις ανοίξαμε με κόπο δρόμο, βρεθήκαμε μπρος σ' ένα . θέαμα τραγικό. Καταμεσής στεκόταν σαν φοβισμένο ζώο η μαντάμ Εστερ. Φορούσε, αντίς καπέλο, ένα μπομπέ του πατέρα της Μαργκως, μ' ένα πελώριο φτερό διάνου. Τη φούστα της, που ήταν μεταξωτή, με ουρά, την κρατούσαν δυο μά­γκες, την ανέμιζαν και φώναζαν:
- Προσκυνήστε τη βασίλισσα του Σαββά!
Άλλα παιδιά χοροπηδούσαν ολόγυρα σαν διάβολοι και πρό­φεραν τραγουδιστά:
- Η λωλή! Η λωλή η Οβριά! II λωλή η Οβριά!
Η Μαργκω μου 'φυγε απ' το χέρι κι έτρεξε στη μητέρα της.
- Μαμή! Μαμή! είπε κλαίγοντας, βάμος...Τ' αγόρια πέσανε καταπάνω της.
— Ουξου, τσιφουταρία, που κλέβετε τα παιδιά και πίνετε το αίμα τους, ούξου!
Πρώτη φορά βρέθηκα αντιμέτωπη με το φυλετικό μίσος. Μόλις συνήρθα απ' την έκπληξη μου, ρίχτηκα κι εγώ στο στίβο. Άρχισα να χτυπάω τα δυο αγόρια, που σήκωναν τα ρούχα της μαντάμ Εστέρ, και να δαγκώνω τα χέρια των άλ­λων παιδιών, που προσπαθούσαν να με συγκρατήσουν.
— Ντροπή! Ντροπή! ούρλιαξα. Η μαντάμ Εστέρ είναι μια καθώς πρέπει κυρία, αφήστε την ήσυχη.
Τ' αγόρια δεν άργησαν να με πετάξουν χάμω χτυπώντας με στα μούτρα με τα πόδια τους. Απ' τη μύτη μου έτρεχε αί­μα, μα ούτε που το πρόσεξα. Σηκώθηκα και πλησίασα δυο χωροφύλακες, που κοίταζαν χαμογελαστοί τη σκηνή.
— Σώστε τη γυναίκα! φώναξα.
— Μα αυτή είναι μια γνωστή Εβραία παλαβή, μου απάντησαν και τελευταίως, μάλιστα, διαταράσσει και την τάξη.Απορεί κανείς πώς την αφήνουν ακόμα να κυκλοφορεί, θα αναφερθούμε...
Και προχώρησαν, έδιωξαν τον κόσμο, σταμάτησαν ένα στρατιωτικό αμάξι, έβαλαν μέσα τη Μαργκω και τη μητέρα της και τις πήγαν στο τμήμα.
Εγώ έτρεξα ξαναμμένη και κλαμένη στο γραφείο του κυ­ρίου Λεβή να τον ειδοποιήσω για όσα έγιναν, Από κείνη τη μέρα κατάλαβα το μυστικό της Μαργκώς και την αγάπησα πιο πολύ. Είχα σκεφτεί τι θα της έλεγα όταν θ’ ανταμώναμε ξανά, για να διαλύσω την πίκρα της και να μην την πληγώ­σω μα εκείνη με απόφευγε…

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν…, Κέδρος, 2007 (40η εκδ), σελ. 121 - 123

Δεν υπάρχουν σχόλια: