dimosofoulis@yahoo.gr
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρούνης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρούνης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Η Σμύρνη μάνα καίγεται..

Του Αντώνη Σουρούνη
Η Αθήνα μάνα καίγεται, η Θεσσαλονίκη μάνα καίγεται, η Ελλάδα μάνα καίγεται, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος καίγεται κι αυτό, έτσι όπως καίγεται το Πάσχα ο Ιούδας που πρόδωσε τον Χριστό. Εμάς ποιος μας πρόδωσε και καιγόμαστε; Ποιος μας έβαλε μπουρλότο; Εμείς ούτε λαλήσαμε ούτε ρωτήσαμε, κουνούσαμε πάντα το κεφάλι σ' ό,τι και να μας λέγανε. Οπως τότε που ακούσαμε ότι «εγώ δεν κατάλαβα πως υπήρχε χούντα επειδή εκείνη την εποχή μελετούσα». Δεν βγάλαμε κιχ, κάναμε μόνο τον σταυρό μας. Ούτε όταν ακούσαμε από σύζυγο υπουργού να διαμαρτύρεται σε τηλεοπτικό κανάλι λέγοντας, «γιατί κυνηγούν μόνο εμάς; Ολ' αυτά τα σπίτια που βλέπετε γύρω παράνομα είναι». Τι να πούμε; Οτι «ναι, όμως εσάς σας ψηφίσαμε και δεν είστε σαν κι αυτούς;» ή μήπως ότι «η γυναίκα του Καίσαρα δεν φτάνει να είναι τίμια αλλά πρέπει και να φαίνεται τίμια»; Πάλι το βουλώσαμε.
Οσο όμως δεν λες εσύ τίποτα, λέει ο άλλος. Λέει και δεν σταματάει. Αναρωτιέσαι μόνο αν οι μπροστάρηδές μας που μας κυβερνούν είναι τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι αυτά που μας λένε τα πιστεύουμε κιόλας. Θα το πιστεύουν γιατί όταν κυριεύει κάποιον η έπαρση, πιστεύει οτιδήποτε έχει να κάνει με την κυριαρχία του εαυτού του. Πόσο πιο κάτω να πάμε, όμως, κάνοντας τον χαζό; Εχουμε πατώσει πια. Οσες τσέπες και να είχαμε, έχουν αδειάσει. Από τη μια κατάσχουν το σπίτι του γείτονα επειδή δεν έχει τα 1.000 ευρώ να πληρώσει τη δόση στην τράπεζα κι από την άλλη εσύ χτίζεις την τρίτη σου βιλίτσα.
Εχουμε καταντήσει Μεσαίωνας, όπως τότε που οι άνθρωποι δούλευαν για τον προύχοντα περιμένοντάς τον να περάσει καβάλα στο άλογο και να τους ρίξει μερικές πεντάρες για να πορευτούνε.
«Εγώ δεν ξέρω τίποτε για την ταμπακέρα, εγώ πήγαινα στο Αγιο Ορος για να προσκυνήσω». Κάποιος είπε ότι «μπορείς να κοροϊδεύεις έναν άνθρωπο πολλές φορές, μπορείς να κοροϊδεύεις πολλούς ανθρώπους μια φορά, δεν μπορείς όμως να κοροϊδεύεις πολλούς ανθρώπους πολλές φορές».
Οι περισσότεροι απ' αυτούς πιστεύουν ότι αφού κατάφεραν να φτάσουν με ψέματα, απάτες και φιλώντας κατουρημένες ποδιές εδώ που φτάσανε, μπορούν να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο για να φτάσουν στ' αστέρια. Δεν υποπτεύονται ότι αντί να πάνε μπροστά, πάνε πίσω. Και πίσω βρίσκονται τα παιδιά τους που τους ακολουθούν, τους βλέπουν και τους κρίνουν. Και κάποια μέρα θα τους ζητήσουν κι αυτά τη μίζα τους. Τα παιδιά πάντα εκδικούνται, ακόμα κι όταν δεν κάνουν τίποτα κι απλώς σε κοιτάνε. Ισως τότε να εκδικούνται και περισσότερο - με τη σιωπή τους. Κι όταν είναι να μιλήσουν, παίρνουν ένα ποτισμένο στη βενζίνα κουρελόπανο και σου καίνε το σπίτι, που είναι και δικό τους.
Παιδιά που είχαν λάμψει στα σχολειά τους και γίνανε δάσκαλοι για να φωτίσουν τα επόμενα παιδιά, το πρωί σκάβουν τους δρόμους και το βράδυ κουβαλάνε καφέδες στα πεζοδρόμια. Κορίτσια κι αγόρια που ξενιτεύτηκαν και σπούδασαν με χίλια βάσανα στα πανεπιστήμια, επιστρέφουν στην πατρίδα κι αντί να μεταφέρουν στους νέους αυτά που διδάχτηκαν, τους μεταφέρουν πίτσες για να μη χάσουν το σίριαλ στην τηλεόραση.
Η πατρίδα μας έγινε ξαφνικά Φαλκονέρα. Από παντού μπάζει, από παντού φωνάζει, από παντού βάλλεται και χλευάζεται, σέρνεται αριστερά-δεξιά, με τους καπεταναίους να μιλάν όλοι μαζί προσπαθώντας να αποφασίσουν, με τους υποπλοίαρχους έτοιμους να βουτήξουν με τις τσάντες γεμάτες χρυσά βαρίδια, με τους ναύτες να περιμένουν διαταγές και με τους επιβάτες να προσεύχονται. Κανείς πια δεν μπορεί να πιστέψει ότι η Ελλάδα ήταν μέχρι χθες το πρωί ένα ναυτικό κράτος που κυριαρχούσε στις θάλασσες και όλοι το θαύμαζαν.
Πολιτικοί, νομίζω, ήταν αυτοί που είπαν σε άλλους πολιτικούς «φωνή λαού, οργή Θεού». Ε, ας το ξαναπούνε. Στο κάτω κάτω σε λίγες μέρες ξαναγεννιέται ο Χριστός. Ευκαιρία να ξαναγεννηθούμε κι εμείς μαζί του.
(οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Σουρούνης όπως συγγραφέας

Το Σουρούνη τον αγαπώ... Τον αγαπώ εκ του μακρόθεν. Τον αγαπώ γιατί μοιραστήκαμε μαζί πολλά κυριακάτικα πρωινά, όταν ξεκίνησε να γράφει επιφυλλίδες στην Ελευθεροτυπία.
Έμενα σε μια ισόγεια γκαρσονιέρα σ' ένα στενάκι πίσω από τη Νοταρά. Η Φρόσω ήταν στο Ρέθυμνο κι εγώ περίμενα τα Σαββατοκύριακα για να ταξιδέψω στην Κρήτη - μια φορά το μήνα - ή να πάρω την κυριακάτικη εφημερίδα, να χωθώ πρωί - πρωί στον "Πελεκάνο" και αφού παραγγείλω καφέ, να αρχίσω την ανάγνωση και να απολαύσω τα κείμενά του. Συντροφιά μοναδική δυο τρεις συνταξιούχοι που την είχαν κοπανήσει απ' την εκκλησία και το νυσταγμένο γκαρσόνι.
Με γοήτευε το γράψιμο του, σαν ψίθυρος από φίλο που στέκεται στο διπλανό σκαμπό της μπάρας. Ήταν ο μεγάλος αδερφός, ο φίλος, που γυρίζει από ταξίδι κι έχει να σου πει ιστορίες. Με γοήτευε η ζωή του, ήταν το "άλλο" που εγώ "φύσει" μαζεμένος - φοβισμένος, δεν τολμούσα να κάνω. Η ελευθερία που θα 'θελα να είχα, να ταξιδεύω στο χώρο, να γνωρίζω ανθρώπους, ιδέες, εμπειρίες.
Με γοήτευαν τα κείμενά του. Φράσεις που τις αποστήθισα, τις υιοθέτησα, τις έφερα στην παρέα. "Γουλιά μπουκιά! Το σκεπάζουμε κ. Σουρούνη!" Κι έπειτα τα κείμενά του για τη φιλία, τον έρωτα, την πόλη του τη Θεσσαλονίκη, τους ανθρώπους της ζωής του.
Βιβλία του δεν είχα διαβάσει, φοβόμουν μην με απογοητεύσει. Το πρώτο του βιβλίο που διάβασα ήταν "Ο χορός των ρόδων", μετά από παρότρυνση μιας πωλήτριας στο βιβλιοπωλείο του Ρεντζή στη Θεσσαλονίκη. Το ρούφηξα σαν τους μέτριους ελληνικούς του "Πελεκάνου" . Ακολούθησαν και άλλα το ίδιο ή λιγότερο ενδιαφέροντα
Η Φρόσω πήρε μετάθεση και γύρισε απ' την Κρήτη, στήσαμε "νοικοκυριό", ήρθε το παιδί, αρρώστιες, δουλειά με πολύ τρέξιμο, αγωνία, κούραση, οικονομικό στριμωξίδι, ελάχιστος ελεύθερος χρόνος και οι κυριακάτικοι καφέδες με εφημερίδα χάθηκαν. Πάει η κυριακάτικη ραστώνη, πάει και το εβδομαδιαίο ραντεβού με το Σουρούνη.
Και να 'μαι σήμερα Κυριακή πρωί 12 Οκτώβρη στο τραπέζι της κουζίνας, με ελληνικό μέτριο, το παιδί να συμμαζεύει το δωμάτιο του, τη Φρόσω στο τηλέφωνο και ο Σουρούνης πάλι εδώ στην έκτη σελίδα της " Άλλης όψης" της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας.
Τι κι αν πέρασαν χρόνια, ο κύριος Αντώνης εκεί, με ένα χαμόγελο που βγάζει πονηριά και πόνο συνάμα να μιλά για τον Οκτώβρη του και τον Οκτώβριο. Θυμάμαι την ανάρτησή μου για τον ίδιο μήνα λίγες μέρες πριν. Συνωμοσία! Κι αναρωτιέμαι, διαβάζοντάς τον, πώς τα καταφέρνει κάθε φορά ο μπαγάσας και με ακουμπά εκεί που θα τον νιώσω οπωσδήποτε. Με αγγίζει, με συνεπαίρνει, με συγκινεί.
Καλημέρα, κύριε Αντώνη, να είσαι πάντα καλά, μπερδεμένος ανάμεσα στον Οκτώβρη και τον Οκτώβριο...
(Όλο το κείμενο το Σουρούνη εδώ)